Λογοτεχνία - Λευκώματα » Μυζήθρα, Ζυμήθρα

Artbook | Μυζήθρα, Ζυμήθρα
Artbook | Μυζήθρα, Ζυμήθρα
Artbook | Μυζήθρα, Ζυμήθρα
Artbook | Μυζήθρα, Ζυμήθρα
Artbook | Μυζήθρα, Ζυμήθρα
Μυζήθρα, Ζυμήθρα (Ένα αληθινό παραμύθι),
Τέσσερεις μοναδικές γυναίκες, αν κι έχουν αποχωριστεί τη ζωή εδώ και πολλά χρόνια, συνεχίζουν να ζυμώνουν και να πλάθουν τα κρυφά μυστικά της.



Αρμοσμένες, συγχωνευμένες όλες σε μία, τη λαλά Ανεζώ, που έφτειαχνε την πιο νόστιμη μυζήθρα-ζυμήθρα στο νησί, ήταν μετρημένες, χαριτωμένες, καλοσυνάτες, χρήσιμες, γνωστικιές, γενναιόδωρες, δίκαιες, φιλ-άνθρωπες κι εν-άρετες. Έχοντας αυτά τα σπάνια στην εποχή μας χαρίσματα ήταν αναπόφευκτο να σημαδέψουν τα παιδικά χρόνια, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου που είχε την τύχη να μεγαλώσει στα χέρια τους μεσούντος του περασμένου αιώνα. Τώρα, με τη σειρά του κι αυτός, αφού η λαϊκή σοφία θέλει «όλα να ’ναι δανεικά σ’ αυτή τη ζωή», σμιλεύει ως ελάχιστο φόρο τιμής μια μια τις λέξεις στην επιγραφή της επιτύμβιας στήλης τους. Ακόμη για μια φορά το «Ewig-Weibliche» (το «αιώνια θήλυ», Goethe, Faust II, τελική σκηνή) αίρει το βάρος και ανυψώνει, αλλά είναι η πρώτη φορά που ο σπάνιος συνδυασμός του υπό τη μορφή δυο λαλάδων, μιας μάννας και μιας θειας σ’ ένα και το αυτό πρόσωπο προσπαθεί να συμπληρώσει το ατελές και να περιγράψει το απερίγραπτο μέσα στην «παραβολή» του διαβατάρικου κόσμου μας: «[…] Ξέροντας, όχι από τις διδαχές, αλλά από το αυτοφυές κι αυτόφωτο ριζοβόλημα της ψυχής ότι μίσος και φθόνος πάνε πάντα με τη μεριά της αδικίας, δεν άντεχαν να βλέπουν το άδικο να πνίγει το δίκιο. Έτσι, όποτε συντύχαιναν αυτές τις… αρετές, που μόνο στους ανθρώπους απ’ όλα τα ζώα φτάνουν έως θανάτου –κάποτε και πέραν αυτού–, δεν έμεναν παγερά αδιάφορες, όπως συμβαίνει στους περισσότερους, αλλά επαναστατούσαν, γίνονταν αγνώριστες αντάρτισσες και λύκαινες για να διαφεντέψουν την τρωμένη Δικαιοσύνη. Σαν τα δέντρα, χωρίς να το ξέρουν, έπαιρναν το ελάχιστο, έδιναν το μέγιστο, κι ήταν, αν και ριζωμένες βαθιά στη γη, πουλιά έτοιμα κάθε στιγμή να πετάξουν […]».

Έγραψαν:

Η πραγματικότητα στάζει μυθοπλασία
Τα μαγικά παραμύθια της λαϊκής παράδοσης έχουν νεράιδες και μάγισσες, πανέμορφες βασιλοπούλες και γενναία βασιλόπουλα. Εχουν πολλές και διαφορετικές εκδοχές σε ολόκληρο τον κόσμο, εκφράζοντας τα universalia του οικουμενικού συλλογικού φαντασιακού και δίνοντας με το υπερφυσικό και το παράδοξο διέξοδο σε πραγματικές αγωνίες. Υπάρχουν όμως και τα άλλα παραμύθια, που γεννήθηκαν όταν η λογιοσύνη και η λογοτεχνία επανέκαμψαν στο λαϊκό, με τον ρομαντισμό, τα παραμύθια των επώνυμων δημιουργών που αρδεύτηκαν από το δημώδες, το φολκλόρ. Ολα αυτά τα παραμύθια, λαϊκά και λόγια, συγκροτούν έναν συνεκτικό ιστό των κοινωνιών που δεν σταματά να παράγει τη δική του κουλτούρα, εκτός και σε αντίθεση με την κυρίαρχη.
Αυτό ακριβώς αποδεικνύει και το παραμύθι του Παναγιώτη Κουσαθανά, ένα μυκονιάτικο παραμύθι, γραμμένο σε γλώσσα έντονα ιδιωματική σε μια εποχή όπου ο κανόνας είναι η γλωσσική ομογενοποίηση και με θέμα μάλλον αντιποιητικό, τη μυζήθρα/ζυμήθρα, την ιδιαίτερη δηλαδή μυκονιάτικη κοπανιστή. Αποδεικνύει ότι η πραγματικότητα σταλάζει μυθοπλασία, όπως λέει ο Μισέλ ντε Σερτώ, διαβρώνοντας τις καθεστηκυίες τάξεις, όπως ο προφορικός λόγος συνεχίζει να διαβρώνει, με κάθε τρόπο, την τάξη του γραπτού, καθώς η ομιλία είναι και θα είναι συγκροτητικό στοιχείο της σχέσης με τον Αλλον.

Ο Κουσαθανάς αρχίζει τη διήγησή του, γραμμένη αρχικά από χέρι παιδικό σε ένα κιτρινισμένο, μισοσβησμένο φύλλο χαρτί, για το πώς η χρυσοχέρα λαλά του, η γιαγιά του δηλαδή, έφτιαχνε τη μυζήθρα. Η παρουσίαση μάλιστα της διαδικασίας είναι τόσο αναλυτική και σαφής που βάζει ιδέες στον αναγνώστη. Αλλά αμέσως συνειδητοποιεί ότι υπάρχει ένα αξεπέραστο πρόβλημα: η παρασκευή της μυζήθρας είναι πλέον εξαιρετική πρακτική και όχι τρέχουσα, καθημερινή, ως κομμάτι μιας άλλης κοινωνίας, σε μια άλλη εποχή. Οι πρώτες ύλες, οι πρακτικές της διατροφής αλλά και όλες οι κοινωνικές πρακτικές έχουν διαφοροποιηθεί πλήρως και αυτό το οργανικό κομμάτι κάποτε της μυκονιάτικης αγροτικής οικιακής οικονομίας έχει εκλείψει προ πολλού - μαζί με τόσα άλλα σε τόσες περιοχές του κόσμου. Ο Κουσαθανάς περνάει λοιπόν από τη μυζήθρα στην καθημερινότητα μιας ολόκληρης κοινότητας στο παρελθόν, με τους μπαξέδες και τα ασπάλαθρα, τα δέντρα και τα ζωντανά, την ιδιαίτερη σχέση με τη γη και με τη ζωή, όπως και με το θάνατο. Αυτή την άλλη καθημερινότητα υπογραμμίζει ο επίσης υποβαθμισμένος σήμερα διαλεκτικός λόγος, αρθρωμένος από μια φωνή παιδική, που γράφει το παραμύθι που θα ήθελε να ακούσει.

Κλείνοντας ωστόσο το μικρό, όμορφο αυτό βιβλίο, έχει διαβάσει τελικά κανείς άλλο ένα ποιητικό, μαγικό παραμύθι: η βασιλοπούλα του παραμυθιού είναι η αγαπημένη λαλά του αφηγητή, με την ψυχική γενναιοδωρία και το δέσιμό της με όλα τα ζωντανά του κόσμου, με την ολιγάρκεια και την έφεσή της στη σιωπή, με το μαγικό τραγούδι της που μόνο με των Σειρήνων παραβγαίνει, με την ευαισθησία και την καλοσύνη του ανθρώπου που πατάει γερά στη γη και την ίδια στιγμή δεν σταματά να πετά στα σύννεφα. Μια τρυφερή ανάμνηση, μια ιστορία για το σεβασμό στο παρελθόν, όχι ως -ανέφικτη- οπισθοδρόμηση, αλλά ως γνώση που διασφαλίζει το μέλλον. Τιτίκα Δημητρούλια, εφημερίδα "Καθημερινή", 7/11/2010


Στη Μύκονο την κοπανιστή τη λένε «μυζήθρα» ή «ζυμήθρα» και ξέρουν να τη φτιάχνουν με σοφή υπομονή, όπως και με τα καλύτερα και τα πιο νόστιμα υλικά.
Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς, που μελετά επί δεκαετίες την ιστορία του μυκονιάτικου πολιτισμού κι έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, το «Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου» (ετοιμάζει τώρα τη δεύτερη έκδοση), θυμάται μια συνταγή της γιαγιάς του για την κοπανιστή και την κάνει παραμύθι γραμμένο στην ντοπιολαλιά του νησιού.
Το παραμύθι του κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «Μυζήθρα, ζυμήθρα (Ενα αληθινό παραμύθι)» από τη Στέγη Μελέτης Πολιτισμού και Παράδοσης του Δήμου Μυκόνου και τις εκδόσεις Στεφανίδη, με ζωγραφιές της Φωτεινής Στεφανίδη. Ξεφυλλίζω το κομψότατο τομίδιο και χαίρομαι την εκφραστική αμεσότητα και ωριμότητα του Κουσαθανά, η οποία συνταιριάζει την εικόνα της γιαγιάς στην κουζίνα με την αναβίωση του ιδιώματος των παιδικών του χρόνων σε μιαν αφήγηση που ξέρει πώς να αναδείξει τους οργανικούς δεσμούς της κοινότητας χωρίς να ξεπέσει στον στείρο λόγο της παραδοσιοκρατίας.
Ετσι, οι μακρόσυρτοι ρυθμοί του παρελθόντος μετατρέπονται σε ολοζώντανη γλωσσική, αλλά και γευστική πραγματικότητα, σ' ένα κείμενο που σφύζει από ένταση ζωής και μας κερδίζει από την πρώτη στιγμή με τη φυσική χάρη και την πηγαία δροσιά του.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Επτά, εφ. "Ελευθεροτυπία", 5/9/2010

(...)Αμέτρητα μυστικά υπάρχουν στις καλόγουστες, καλογραμμένες και καλοζωγραφισμένες σελίδες του μικρού βιβλίου. Μυστικά γραμμένα στη Μυκονιάτικη διάλεκτο, εκείνη που μας εγκαταλείπει ασταμάτητα
καθώς φεύγει κάθε φορά που χάνεται μια χρυσοχέρα λαλά ή ένας λεβέντης πάππους.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη τεσσάρων γυναικών "που οι σκιές τους ζ’μώνουν και πλάθουν τα κρυφά μυστικά της ζωής": Τη λαλά Αννεζώ Αγγελετάκη Κουσαθανά, τη Μαριώ Μαρκουλάκη Καμπάνα, τη Μαρλώ Μαρκουλάκη, αργότερα Μοναχή Παρασκευή της Μονής Παλαιοκάστρου και τη μητέρα του συγγραφέα Ελένη Καμπάνα Κουσαθανά.
Αυτό το "αληθινό παραμύθι", όπως το ονομάζει ο δημιουργός του, δεν είναι ακριβώς παραμύθι αλλά εικόνες, αμέτρητες εικόνες ζωής και στάσης ζωής, ακουμπισμένες προσεχτικά και με ευλάβεια στο χαρτί. Την αφορμή για να γραφτεί έδωσε στον συγγραφέα ένα παλιό χειρόγραφο που υπαγορεύτηκε από τη λαλά Ανεζώ στον έγγονά της και δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνταγή παρασκευής της μυζήθρας, δηλαδή της κοπανιστής. Οι εικόνες – ιστορίες φωτογραφίζουν την περιοχή της Λαγκάδας με τους μπαξέδες της, τα αμπέλια, τα πατητήρια, τα δροσερά πηγαδήσια νερά και τα αμέτρητα λαγκάδια και λαγκαδάκια της. Φωτογραφίζουν τη γλύκα και τη σοφία των γυναικών εκείνων, τη ζεστασιά και την απλότητα των συναισθημάτων, καταγράφουν τη στάση τους απέναντι στη ζωή και τις αξίες τους, λίγο πριν και λίγο μετά το 1970.
Αν διαβάσει κανείς το βιβλίο θα εντυπωσιαστεί από το σεβασμό που έτρεφαν οι παλιοί Μυκονιάτες προς κάθε μορφή ζωής: Τα ζώα τους, τα λουλούδια, τα ζαρζαβατικά, τα χωριουλάκια τους, τους ανθρώπους, τους συγγενείς, τους φίλους. Σε κάθε περίπτωση ο σεβασμός ήταν δίκαια μοιρασμένος και αυτονόητος.
Η θαυμάσια ζωγραφική του βιβλίου ανήκει στην πολυβραβευμένη ζωγράφο, χαράκτρια και εικονογράφο Φωτεινή Στεφανίδη.
Εφημερίδα "Μυκονιάτης", Ιούλιος 2010.

Κ.Δ.Ε.Π.Α. Μυκόνου & Εκδόσεις Στεφανίδη, Αθήνα 2010


ISBN: 978-960-99194-4-9
Σελίδες: 128
Εξώφυλλο: Σκληρό, πανόδετο
Διαστάσεις: 12x17 εκ.
Προηγούμενη Τιμή: 17.00€
Κερδίζετε 3.4€

Τιμή: 13.60€
Ποσότητα:






ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ